«

»

Μια Παράλογη Απαίτηση

    Πρόκειται γιὰ τὴν ἀπαίτηση κάποιων νὰ δοῦν τὸ Θεὸ γιὰ νὰ πιστέψουν. Ἀναφερόμενοι ἀρχικὰ στὴν Ἁγία Γραφή, σημειώνουμε τὴ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ποὺ εἶναι: «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε». Καὶ πάλιν: «Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται». Δηλαδὴ τὸ Θεὸ δὲν Τὸν ἔχει δεῖ ποτὲ κανείς. Τὴν ἀλήθεια αὐτή, μέσα στὶς ἄλλες, ὑπογράμμισε καὶ ὁ Κύριος μας, ὅταν ἀπάντησε στοὺς Ἰουδαίους «ποὺ ἤθελαν νὰ Τὸν σκοτώσουν, ὄχι μόνον γιατί καταργοῦσε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου (θεραπεύοντας ἀσθενεῖς), ἀλλὰ καὶ γιατί ἔλεγε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας Του καὶ ἔκανε τὸν ἑαυτὸ Του ἴσον μὲ τὸ Θεό». Τοὺς εἶπε, λοιπόν, ὁ Χριστός μας: «…Καὶ ὁ Πατέρας, ποὺ μὲ ἀπέστειλε στὸν κόσμο, Αὐτὸς ἔχει δώσει στὶς Ἅγιες Γραφὲς πρὸ πολλοῦ μαρτυρία γιὰ Μένα. Οὔτε τὴ φωνὴ Του ἔχετε ἀκούσει ποτὲ ἕως τώρα, οὔτε τὴ μορφὴ Του ἔχετε δεῖ». Καὶ ὁ λόγος; Ἀκριβῶς γιατί εἶναι «Πνεῦμα ὁ Θεός»,καθὼς ἀποκάλυψε ὁ Χριστὸς στὴ Σαμαρείτιδα. Καὶ ἑπομένως, ἐνῶ δηλαδὴ «τὸ πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει», εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο νὰ δεῖ μὲ τὰ πήλινα μάτια του τὸ Θεό. Ἡ λογική μᾶς λέει, ὅτι μὲ τὰ ὑλικὰ μάτια μας μόνο ὑλικὰ πράγματα μποροῦμε νὰ βλέπουμε. Ἐξ ἄλλου, ἐὰν βλέπαμε τὸ Θεὸ θὰ ἦταν ἀντικείμενο γνώσεως καὶ ὄχι πίστεως. Ἔτσι, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, δίνοντας τὸν ὁρισμὸ τῆς πίστεως, γράφει: «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων».  Δηλαδὴ πίστη σημαίνει σιγουριὰ γι’ αὐτά, ποὺ ἐλπίζουμε καὶ βεβαιότητα γι’ αὐτά, ποὺ δὲν βλέπουμε.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ προφήτης Μωϋσῆς παρακαλεῖ τὸ Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ Τὸν δεῖ, λέγοντας: «Ἐμφάνισόν μοι σεαυτὸν γνωστῶς, ἵνα ἴδω σε». Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπαντᾶ: «Οὐ δυνήση ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδη ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται». Δηλαδὴ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ μὲ δεῖς. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ δεῖ ἄνθρωπος μὲ τὰ χωματένια μάτια του καὶ νὰ ζήσει.

Αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο νὰ δεῖ τὸ Θεό, εἶχαν καὶ οἱ εἰδωλολάτρες πρόγονοί μας, ἡ εἰδωλολατρικὴ Ἑλλάδα μὲ τοὺς μεγάλους φιλοσόφους της καὶ ἂς ἦταν οἱ θεοὶ της ψεύτικοι καὶ χωματένιοι. Ἔτσι, μᾶς λέει ἡ μυθολογία, ὅτι ἡ Σεμέλη, κόρη τοῦ βασιλέα τῶν Θηβῶν Κάδμου, ζητεῖ ἐπίμονα ἀπὸ τὸ Δία νὰ ἐμφανιστεῖ μπροστὰ της μὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο τῆς δόξας του. Ὁ Ζεὺς προσπαθεῖ νὰ τὴν πείσει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὸν δεῖ. Ἡ Σεμέλη ἐπιμένει καὶ ὁ Ζεὺς τελικὰ ὑποχωρεῖ. Ἐμφανίζεται μπροστὰ της μέσα σὲ ἀστραπὲς καὶ βροντὲς καὶ ἡ Σεμέλη κατακαίεται ἀπὸ τὶς φλόγες.

Ὅμως, ὄχι μόνο ἀδύνατο, ἀλλὰ καὶ παράλογο εἶναι νὰ θέλει ὁ ἄνθρωπος νὰ δεῖ τὸ Θεό, προκειμένου νὰ πιστέψει σ’ Αὐτόν. Εἶναι παράλογο, γιατί μὲ βάση αὐτὴ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀπόρριψης καθενὸς προσώπου ἢ πράγματος, ποὺ δὲν βλέπουμε,

θὰ πρέπει νὰ ἀρνηθεῖ κανεὶς καὶ τοὺς γονεῖς του· ἀλλὰ καὶ τὴν ἱστορία τῆς πατρίδας του· θὰ πρέπει νὰ ἀρνηθεῖ καὶ τὸν πόνο καὶ τὸν ἀέρα καὶ τὰ ἠλεκτρόνια, τὰ ὁποῖα συνωθούμενα καὶ κρουόμενα πάνω στὰ ἄτομα θερμαίνονται καὶ μᾶς φωτίζουν. Πάνω σ’ αὐτὸ γράφει ὁ ἀείμνηστος σοφὸς μαθηματικὸς καὶ καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Π. Ζερβὸς τὰ ἑξῆς: «Ἐνῶ ζητεῖ ὁ μικράνθρωπος νὰ ἴδη μὲ τὰ μάτια του τὸν Θεὸν καὶ νὰ βεβαιωθῆ ἐκ τῶν αἰσθήσεών του ὅτι ὑπάρχει, εἶναι κατὰ τρόπον οἰκτρὸν παράλογος». Βεβαίως, ὡς πρὸς τὰ ἠλεκτρόνια μπορεῖ κανεὶς νὰ παρατηρήσει, ὅτι ἐνῶ δὲν τὰ βλέπουμε πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχουν ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα, ἀπὸ τὸ φῶς· ἐπίσης πιστεύουμε στὴν ὕπαρξη τοῦ πόνου,τοῦ ἀέρα, διότι τοὺς αἰσθανόμαστε. Ὅμως καὶ τὸ Θεὸ δὲν Τὸν αἰσθανόμαστε ἀπὸ τὰ τόσα ἀπειράριθμα θαύματά Του,

ποὺ ἐπιτέλεσε ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ ἐπιτελεῖ καὶ σήμερα καὶ θὰ ἐπιτελεῖ πάντοτε ὁ Ἴδιος ἀμέσως ἢ ἐμμέσως διὰ τῶν Ἁγίων, πού «ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος»;. Ἀφήνοντας τὰ πάμπολλα θαύματα σὲ συγκεκριμένα πρόσωπα, ποὺ μὲ πίστη παρεκάλεσαν τὸ Θεό, ἄς θυμηθοῦμε τὸ Ἅγιο Φῶς,τὰ ἄφθαρτα ἐπὶ αἰῶνες σώματα Ἁγίων, τὰ μυροβλύζοντα, εὐωδιάζοντα, ἀλλὰ καὶ ζεστὰ ἅγια λείψανα, τὶς μυροβλύζουσες ἱερὲς εἰκόνες καὶ τόσα ἄλλα τῆς πίστεώς μας θαυμαστά πράγματα, ποὺ μπορεῖ ὁ καθένας, ὅταν θελήσει, νὰ διαπιστώσει καὶ νὰ αἰσθανθεῖ ἔτσι τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀκόμη αἰσθανόμαστε τὸ Θεὸ καὶ τὴν ὕπαρξη Του ἀτενίζοντες τὸν κόσμο, τὰ πάγκαλα δημιουργήματα, ποὺ μόνο ἕνας Πάνσοφος καὶ Παντοδύναμος Θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ δημιουργήσει. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ὑπογραμμίζει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὅταν γράφει στοὺς Ρωμαίους: «Οἱ μὴ βλεπόμενες μὲ τὰ αἰσθητὰ μάτια ἄπειρες τελειότητες τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τότε ποὺ κτίστηκε ὁ κόσμος, βλέπονται καθαρὰ μὲ τὰ μάτια τῆς διάνοιας μέσα ἀπὸ τὰ δημιουργήματα· τόσο δηλαδὴ ἡ δύναμη Του (τοῦ Θεοῦ), ποὺ δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀλλὰ εἶναι αἰώνια, ὅσο καὶ κάθε θεία τελειότης». Δύο συνοδοιπόροι σὲ μία ἔρημο, ὁ ἕνας πιστὸς καὶ ὁ ἄλλος ἄπιστος, κάπου νυκτώνουν καὶ πέφτουν νὰ κοιμηθοῦν. Τὸ πρωὶ ποὺ ξύπνησαν εἶπε ὁ ἄπιστος στὸν πιστό. Ἀπ’ ἐδῶ πέρασαν τὴ νύκτα καμῆλες. Ἀπὸ ποῦ τὸ συμπεραίνεις αὐτό; ρώτησε ὁ πιστός τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος. Ἀπὸ τὰ ἴχνη, ποὺ ἔχουν ἀφήσει, ἀπάντησε ὁ ἄπιστος. Τὴν προηγούμενη μέρα εἶχαν συζητήσει γιὰ τὴν ὕπαρξη ἢ ὄχι τοῦ Θεοῦ. Ἐπέμενε δὲ ὁ ἄπιστος στὴν ἀνυπαρξία Του, ὁ δὲ πιστὸς στὴν ὕπαρξή Του. Ἔ, λοιπόν, τοῦ λέει αὐτός, ὅπως σὺ συμπεραίνεις ὅτι πέρασαν καμῆλες ἀπὸ τὰ ἴχνη τους, ἔτσι κι ἐγὼ συμπεραίνω τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ

τὰ ἴχνη Του, ποὺ εἶναι πάμπολλα γύρω μας. Βέβαια, πολὺ περισσότερο νιώθει τό Θεὸ ὁ πιστός, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ἐφαρμόζει στὴ ζωὴ του τὸ ἅγιο καὶ σωτηριῶδες θέλημά Του. Αὐτὸς αἰσθάνεται τὸ Θεὸ κατοικοῦντα καὶ μένοντα στὴν καρδιά του. Αἰσθάνεται τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα του, κατὰ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶναι:

«Ὅποιος μὲ ἀγαπάει θὰ τηρήσει τὸ λόγο Μου. Καὶ ὁ Πατέρας Μου θὰ τὸν ἀγαπήσει καὶ θὰ ἔλθουμε σ’ αὐτὸν καὶ θὰ κατοικήσουμε μαζί του». Καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Ὅποιος τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ μένει ἑνωμένος μαζί Του καὶ Ἐκεῖνος (ὁ Θεός) μὲ αὐτόν». Καὶ πάλιν: «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ὅποιος ζεῖ μέσα στὴν ἀγάπη, ζεῖ μέσα στὸ Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς μέσα σ’ αὐτόν».

Ὡστόσο, παρ’ ὅλα δηλαδὴ τὰ πιὸ πάνω ἀναφερόμενα, ὑπάρχουν κάποιοι, ποὺ ἐπιμένουν. Λένε, λοιπόν: Γιατί νὰ μή μᾶς δώσει ὁ Θεὸς καλλίτερες καὶ περισσότερες αἰσθήσεις, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ Τὸν βλέπουμε; Ἀλλά, ἐνῶ, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Θεὸς εἶναι «Πνεῦμα», ὅσο καλλίτερες καὶ περισσότερες σωματικὲς αἰσθήσεις καὶ ἄν μᾶς ἔδινε, πάλι δὲν θὰ Τὸν βλέπαμε. Ὅμως, ἄς σχολιάσουμε γιὰ λίγο τὸ παραπάνω ἐρώτημα. Ἄς φαντασθοῦμε, ὅτι μᾶς προίκιζε ὁ Θεὸς μὲ καλλίτερες αἰσθήσεις γιὰ νὰ βλέπαμε π.χ. σὰν μικροσκόπιο ἢ σὰν ἀκτῖνες Χ. Μὰ τότε δὲν θὰ μπορούσαμε μὲ τέτοια μάτια νὰ κοιμόμασταν μέσα στὸ ζωολογικὸ ἀπὸ μικρόβια κῆπο τῆς ἀτμόσφαιρας τοῦ δωματίου μας. Ἢ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ πιοῦμε ἕνα ποτήρι νερὸ ἢ νὰ φᾶμε ἕνα φροῦτο, ἀπὸ τοὺς βάκιλους καὶ τὰ μικρόβια, ποὺ θὰ βλέπαμε μέσα σ’ αὐτά. Ὡς πρὸς τὶς περισσότερες αἰσθήσεις ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἔχουμε, ἄς ὑποθέσουμε καὶ πάλι, ὅτι μᾶς ἔδινε ὁ Θεὸς μία ἠλεκτρονικὴ αἴσθηση. Ἀλλὰ τότε καὶ πάλι ἀλίμονό μας. Νύχτα καὶ μέρα θὰ ἦταν βιδωμένα στ’ αὐτιά μας ἕνα σωρὸ ραδιόφωνα καὶ ραντάρ ποὺ θὰ μᾶς τρέλαιναν. «Ὁ κόσμος τότε, λέει ὁ Τοth, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Βουδαπέστης, θὰ ἦταν ἕνα τέλειο ἄσυλο φρενοβλαβῶν καὶ ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ θὰ ἦταν δραματικὴ καὶ ἀνυπόφορη. Πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεό, συνεχίζει, διότι δὲν μᾶς ἔδωσε αἰσθήσεις περισσότερες ἢ καὶ πιὸ καλές, πιὸ εὐαίσθητες».Ἔτσι, ἀκράδαντη πρέπει νὰ εἶναι ἡ πίστη μας στὸ λόγο τοῦ ψαλμωδοῦ: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας»· καὶ στὸν ἄλλο ἐπίσης λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα ὅσα ἐποίησε· καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν».

Ὅμως οἱ ἀντιρρήσεις συνεχίζονται. Ἐὰν βλέπαμε τὸ Θεό, λένε ἄλλοι, δὲν θὰ κάναμε ἁμαρτίες, ἀλλὰ πάντοτε τὸ καλό. Ὡστόσο γνωρίζουμε, ὅτι τὸ καλὸ δὲν εἶναι καλὸ, ἐὰν δὲν γίνεται καὶ καλῶς.Ἔτσι οἱ καλές μας πράξεις δὲν θὰ εἶχαν καμιὰ ἠθικὴ ἀξία, ἀφοῦ θὰ τὶς κάναμε ἀπὸ φόβο, ἀναγκαστικὰ καὶ ὄχι ἀπὸ ἀγάπη στὸ Θεό, γιὰ νὰ «μὴ λυποῦμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ».

Γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν πρώτη καθολικὴ ἐπιστολή του: «Στὴν ἀγάπη δὲν ὑπάρχει φόβος, ἀλλὰ ἡ τέλεια ἀγάπη διώχνει τὸ φόβο, γιατί ὁ φόβος σχετίζεται μὲ τὴν τιμωρία· ἐκεῖνος δὲ ποὺ φοβᾶται δὲν ἔχει γίνει τέλειος στὴν ἀγάπη». Ἀλλά, ἔστω. Ἄς ποῦμε, ὅτι βλέπαμε τὸ Θεό. Εἶναι ἀπόλυτο ἄραγε, ὅτι δὲν θὰ ἁμαρτάναμε; Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἂς θυμηθοῦμε τὸ δέκατο τάγμα τῶν Ἀγγέλων, τοῦ ἑωσφόρου, πού, ὅπως βέβαια καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Ἀγγελικὰ τάγματα, ἔβλεπε τὸ Θεό.

Ὅμως, παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ ἑωσφόρος καὶ οἱ ἄγγελοί του θέλησαν ἀπὸ ὑπερηφάνεια νὰ γίνουν ὅμοιοι μέ τό Θεό· καὶ ἁμάρτησαν, λοιπόν, θανάσιμα· μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κατακρημνισθοῦν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὸν Ἅδη· νὰ γίνουν ἀπὸ πνεύματα φωτεινὰ καὶ καθαρά, πνεύματα σκοτεινὰ καὶ ἀκάθαρτα· οἱ μισόκαλοι, μισάνθρωποι καὶ ἀνθρωποκτόνοι δαίμονες. Ἀκόμη ἄς ἀναφέρουμε καὶ τοὺς πρωτόπλαστους, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα. Καὶ αὐτοὶ ἔβλεπαν τὸ Θεό. Ὅμως παρήκουσαν, ἀθέτησαν τὴν ἐντολή Του· ἔφαγαν ἀπὸ τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, «ἀπὸ τοῦ ξύλου τοῦ γιγνώσκειν καλόν καὶ πονηρόν»·ἁμάρτησαν καὶ ἐξορίστηκαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο.

Ἐπανερχόμενοι, πρέπει νὰ σημειώσουμε, ὅτι μόνο μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ψυχῆς θὰ μπορούσαμε νὰ βλέπαμε τὸ Θεό. Τὰ μάτια ὅμως αὐτὰ τῆς ψυχῆς, ἐνῶ ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτό, εἶναι σκεπασμένα ἀπὸ τὸ ὑλικὸ περίβλημά της, ποὺ εἶναι τὸ σῶμα μας. Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ αἴσθηση τῆς ψυχῆς θ’ ἀρχίσει νὰ λειτουργεῖ ἀμέσως μόλις αὐτὴ (ἡ ψυχή) ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Τότε, καὶ ἐνῶ ἔχουμε τὶς προϋποθέσεις τῆς σωτηρίας, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, θὰ δοῦμε τὸ Θεό. Καὶ ἐδῶ ἔχουν θέση τὰ λόγια του Ἀπ. Παύλου: «Βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον». Δηλαδὴ τώρα, ποὺ βρισκόμαστε στὴ ζωή, βλέπομε τὰ πράγματα θαμπά, σὰν μέσα ἀπὸ μεταλλικὸ καθρέπτη. Τότε ὅμως, ποὺ ἡ ψυχὴ θὰ ἀποδεσμευτεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα μὲ τὸ θάνατο, θὰ δοῦμε τὸ Θεὸ πρόσωπο μὲ πρόσωπο. «Ὀψόμεθα αὐτὸν καθὼς ἐστίν». Θὰ τὸν δοῦμε ὅπως εἶναι. Δηλαδὴ στὴν κατάσταση καὶ σ’ ὅλο τὸ μεγαλεῖο τῆς Θείας δόξας 

(Visited 14 times, 1 visits today)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>